Διαταραχές Ύπνου στην παιδική ηλικία

blog3




 

Ο ύπνος είναι μια φυσιολογική, εύκολα αναστρέψιμη κατάσταση περιορισμένης αλληλεπίδρασης του ατόμου με το περιβάλλον όπου υπάρχει μειωμένο επίπεδο συνείδησης, μειωμένες κινήσεις των σκελετικών μυών και επιβράδυνση του μεταβολισμού. Είναι απαραίτητος και ζωτικής σημασίας τόσο για τους ενήλικες, όσο και για τα παιδιά. Ο παιδικός εγκέφαλος αναζωογονείται κατά τη διάρκεια του ύπνου και επεξεργάζεται τις πληροφορίες που δέχθηκε κατά τη διάρκεια της μέρας. Οι ανάγκες για ύπνο είναι πολύωρες κατά τη βρεφική ηλικία και μειώνονται σταδιακά, φτάνοντας να καλύπτουν περίπου το 40% της ημέρας του εφήβου. 
 
Σε περιόδους αναπτυξιακής μετάβασης και ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης όπου αποτελούν ορόσημα και μεταβατικά στάδια (π.χ απογαλακτισμός, μετάβαση του παιδιού στο δωμάτιο του, βάδισμα, αλλαγή οδοντοστοιχίας, εκμάθηση τουαλέτας, μετάβαση στο σχολικό πλαίσιο κ.α) είναι αναμενόμενες κάποιες δυσκολίες και στον ύπνο.
 
Επιπλέον, ειδικές συνθήκες μπορούν να δυσκολέψουν τον ύπνο τόσο των παιδιών, όσο και των ενηλίκων κι έτσι πρέπει να τις λαμβάνουμε υπόψιν προτού προβούμε σε κάποια διάγνωση. Μια τέτοια ειδική και στρεσσογόνος συνθήκη είναι η παρούσα πανδημία λόγω Covid- 19, αλλά μπορεί να είναι και οποιοδήποτε σημαντικό συμβάν που αλλάζει (προσωρινά ή μη) τη ρουτίνα της ζωής του παιδιού (μετατραυματικό στρες).
 
Τα παιδιά τις περισσότερες φορές δυσκολεύονται να μιλήσουν για τους φόβους και την αναστάτωση τους όμως μπορούν να αντιληφθούν την ψυχική πίεση που βιώνουν οι γονείς/ φροντιστές τους. Έτσι οι αλλαγές, το διάχυτο άγχος και όλες οι ψυχικές πιέσεις αυτής της περιόδου, μπορούν να εκδηλωθούν από τα παιδιά με διάφορους τρόπους. Ένας από αυτούς θα μπορούσε να επηρεάζει και τον ύπνο. Οι ενήλικες που αναλαμβάνουν τη φροντίδα των παιδιών σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι σημαντικό να αναγνωρίσουν τα συναισθήματα των παιδιών τους και να τα στηρίξουν. Παράλληλα όμως εξίσου αναγκαίο είναι να στηρίξουν και να φροντίσουν και τον εαυτό τους.
 
Κομβικής σημασίας είναι να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί ένα πρόγραμμα, έστω και καινούργιο λόγω των νέων συνθηκών οι οποίες θα έχουν επεξηγηθεί στα παιδιά. Τέλος, προτού αντιμετωπίσουμε την διαταραχή ύπνου υπό το ψυχολογικό πρίσμα θα πρέπει να έχει αποκλεισθεί η οργανικότητα (οργανική- νευρολογική αιτία) και η επίδραση φαρμάκων ή ουσιών. 
 
Προκειμένου να μιλήσουμε για διαταραχή του ύπνου θα πρέπει να σημειώνονται περιστατικά δυσκολιών περίπου 3 φορές την εβδομάδα για 3 μήνες τουλάχιστον. Σύμφωνα με έρευνες, η διαταραχή ύπνου επηρεάζει συνήθως το 25- 50% των παιδιών ηλικίας 6 μηνών- 3 ετών. Το ποσοστό για παιδιά με νευροαναπτυξιακές διαταραχές ανέρχεται στο 63- 73%. Συνολικά ποσοστό 25% των παιδιών εμφανίζει κάποια μορφή διαταραχής ύπνου σε κάποια στιγμή της ζωής τους.
 
Οι πιο συχνές μορφές διαταραχής ύπνου (υπό την προϋπόθεση της προαναφερθείσας συχνότητας) είναι:

  • η αϋπνία

  •  η αντίσταση του παιδιού να ακολουθήσει την ώρα του ύπνου

  •  η δυσκολία του παιδιού να ακολουθήσει το πρόγραμμα ύπνου

  • οι εφιάλτες (το παιδί κοιμάται αλλά όταν ξυπνήσει μπορεί να διηγηθεί με ευκρίνεια το όνειρο)

  • η υπνοβασία (το παιδί δεν μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη του το περιστατικό την επόμενη μέρα)

  • ο νυχτερινός τρόμος (το παιδί ενώ κοιμάται μπορεί να καθίσει στο κρεβάτι κλαίγοντας τρομαγμένο. Όπως και στην υπνοβασία την επόμενη μέρα δεν μπορεί να το ανακαλέσει στη μνήμη του)

  • το παραμιλητό

  • ο φόβος για το σκοτάδι.

 
Παράλληλα με τις παραπάνω εκδηλώσεις δυσκολιών ύπνου το παιδί μπορεί να εμφανίσει και διάφορες άλλες συνακόλουθες συμπεριφορές όπως νυχτερινή ενούρηση, τρίξιμο δοντιών (βρουξισμός), φοβίες κ.α.. 
Παρατηρείται πως οι πιο συχνές εκδηλώσεις δυσκολιών ύπνου σημειώνονται μεταξύ των ηλικιών 5-12. Ο ύπνος αποτελεί μια έκφραση του παιδιού ψυχικής αυτονομίας και δυνατότητας να αντέξει τους αποχωρισμούς από τους σημαντικούς άλλους, τον φόβο του σκοταδιού και τη μοναξιά. Αυτό σημαίνει πως οι πρωταρχικοί αποχωρισμοί κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού έγιναν με τέτοιο τρόπο που το καθιστούν ικανό να αισθάνεται ασφαλές όταν χρειάζεται να μένει μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες.
 
Οι δυσκολίες ύπνου στα παιδιά συνδέονται και με τις παιδικές φοβίες. Υπάρχουν οι παιδικοί φόβοι που μπορεί να θεωρηθούν και απαραίτητοι για την διασφάλιση της ακεραιότητας και προστασίας των παιδιών και δεν μετεξελίσσονται απαραίτητα σε παιδικές φοβίες.
 
Ένας από τους συχνότερους φόβους των παιδιών είναι το άγχος (φόβος) αποχωρισμού. Ξεκινά συνήθως στους 7 μήνες και ολοκληρώνεται περί τα 2 έτη χωρίς αυτό να είναι απόλυτο, καθώς μπορεί να συντροφεύει το άτομο σ’ όλη του τη ζωή, δημιουργώντας την αίσθηση εγκατάλειψης ή απώλειας του βασικού προσώπου φροντίδας. Αυτό αντικατοπτρίζεται πολύ συχνά στις δυσκολίες ύπνου, όπου το παιδί φαντασιώνεται και πραγματικά φοβάται ότι κατά τη διάρκεια του ύπνου θα συμβεί κάτι κακό τόσο σε εκείνο, όσο και στους γονείς του. Προκειμένου να μειωθεί αυτό το άγχος ή να μπορέσει να το ελέγξει, είναι πιθανό το παιδί να προβαίνει σε μια ακολουθία τελετουργικών πράξεων πριν τον ύπνο ή σε αντιδραστικές συμπεριφορές πάλι όσον αφορά στον ύπνο με την άμεση απαίτηση να κοιμηθεί με τους γονείς (και τους δύο ή τον έναν) στο κρεβάτι τους ή να βρίσκεται στο δωμάτιο του ο ένας συνήθως γονέας. Τα άγχη τόσο της βρεφικής, όσο και της παιδικής ηλικίας ποικίλουν και συνήθως εκφράζονται ως φόβοι. Το παιδί πολλές φορές δυσκολεύεται να αποδεχτεί και τα πιο επιθετικά του συναισθήματα επιτρέποντας την έκφραση τους κι έτσι αυτά παραμένουν εσωτερικευμένα με μόνη έκφραση τα όνειρα, τις φοβίες, τις φαντασιώσεις.
 
Λόγω της έντονης φαντασίας στα παιδιά, πολλές φορές το πραγματικό με το φανταστικό είναι δυνατό να συγχέονται. Έτσι μπορεί να ενισχυθούν και οι παιδικοί φόβοι, εν προκειμένω ο φόβος για το σκοτάδι που σχετίζεται και πιο άμεσα με τις δυσκολίες ύπνου. Είναι σημαντικό να ακούμε το παιδί, ακόμα κι αν δεν μπορεί να λεκτικοποιήσει ή να αναγνωρίσει συνειδητά τί είναι αυτό που φοβάται. Επίσης, βοηθητική μπορεί να αποδειχθεί η αυτοαποκάλυψη των γονέων για τους δικούς τους φόβους και ίσως δυσκολίες στην αντίστοιχη ηλικία. Τότε θα νιώσει το παιδί πως ο γονέας το ενσυναισθάνεται. Ακόμα, πολύ βοηθητικά αποδεικνύονται κάποια αντικείμενα τα οποία αντιλαμβάνεται το παιδί ως ασφαλή (π.χ ένα φωτάκι, ένα μαξιλάρι, ένα αρκουδάκι, ένα οποιοδήποτε αντικείμενο που λειτουργεί συμβολικά για το παιδί και το ανακουφίζει). 
Επιπλέον, τα παιδιά πέρα από τις έντονες φαντασιώσεις διακατέχονται και από δυνατά συνοδά συναισθήματα κι έτσι πολύ συχνά δυσκολεύονται να διαχειριστούν τις ισχυρές συγκρούσεις που μπορεί να βιώνουν λόγω επιθετικών και καταστροφικών ενορμήσεων. Αυτό με τη σειρά του δυσκολεύει και τους γονείς που γίνονται δέκτες των συμπεριφορών αυτών και μπορεί να γεμίσουν άγχος για τον γονεϊκό τους ρόλο.  Οι ίδιες οι αυπνίες καταλήγουν να μοιάζουν με ένα επιθετικό φαινόμενο απέναντι σε μια κατάσταση υγιή και επιθυμητή όπως είναι ο ύπνος.
 
Επίσης θα πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια ασφαλής εσωτερική αναπαράσταση του εξωτερικού χώρου προκειμένου το παιδί να μπορέσει να αφεθεί στον χώρο του ύπνου. Εκτός από τη σύνδεση των δυσκολιών ύπνου με τις φοβίες, αναπόφευκτα υπάρχει σύνδεση και με το άγχος των παιδιών. Τα παιδιά απέναντι σε κάτι νέο ή άγνωστο μπορεί να εμφανίσουν άγχος κι αυτό ως σύμπτωμα να φανεί μέσω του ύπνου. Επίσης προκειμένου να μειωθεί το άγχος ίσως καταφεύγουν και σε μια σειρά σκέψεων που αποσκοπούν στον έλεγχο της αγχογόνου κατάστασης. Αυτές μπορεί να γίνονται πιο έντονες κατά τη διάρκεια της νύχτας όπου το παιδί καλείται να εμπιστευτεί αφήνοντας τον εαυτό του σε ένα σκοτεινό και μοναχικό/ προσωπικό περιβάλλον. 
 
Πέρα από τα παραπάνω, φαίνεται να υπάρχει συσχέτιση των δυσκολιών ύπνου και με τα ακόλουθα:

  • ΔΕΠ-Υ. Υπάρχει αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στην αυπνία και υπερκινητικότητα, καθώς αφενός παιδιά με ΔΕΠ-Υ μπορεί να δυσκολεύονται στις συνήθειες του ύπνου τους και αφετέρου παιδιά με χρόνια αϋπνία αντί να εμφανίσουν κόπωση και υπνηλία να εμφανίζουν δυσκολία στην διατήρηση της συγκέντρωσης και προσοχής.

  • Αγχώδη Διαταραχή.

  • Ψυχοκοινωνικά Προβλήματα.

 
Ως συνέπειες της έλλειψης ύπνου αναφέρονται η ευερεθιστότητα, έκπτωση στη σχολική επίδοση του παιδιού, μυϊκά άλγη, απώλεια μνήμης, αύξηση βάρους κ.α..
 
Οι γονείς/ φροντιστές που παρατηρούν πως το παιδί τους αντιμετωπίζει τέτοιου είδους δυσκολίες, μπορούν να το βοηθήσουν με έναν σταθερό συνδυασμό πραγμάτων όπως:

  • Σταθερός προγραμματισμός ύπνου που να συνοδεύεται από μια εξίσου σταθερή ρουτίνα ύπνου

  • Βελτίωση των συνθηκών του υπνοδωματίου. Πιο συγκεκριμένα, ο χώρος του ύπνου πρέπει να διαθέτει λίγα ερεθίσματα, κατάλληλη θερμοκρασία και φωτισμό σε συνδυασμό με ησυχία

  • Αντιμετώπιση συμπεριφορών που παρεμβαίνουν στον ύπνο με μια προσπάθεια ομαλοποίησης των συσχετίσεων ύπνου

  • Επαρκές γεύμα του παιδιού πριν τον ύπνο ώστε να μην πεινά αλλά και να αποφεύγονται τροφές πλούσιες σε ζάχαρη και ροφήματα με καφεΐνη

  • Είναι καλό να αποφεύγονται επίσης πριν τον ύπνο οι δραστηριότητες που διεγείρουν το παιδί αλλά και η πολύωρη έκθεση σε οθόνες (tablet, laptop, κινητό κλπ). Αντιθέτως κάτι που χαλαρώνει το παιδί (ένα χαλαρωτικό παιχνίδι, ένα μπάνιο, η ανάγνωση ενός βιβλίου ή ενός παραμυθιού) έχει πολύ βοηθητικά αποτελέσματα. Ειδικά μέσω των βιβλίων και των παραμυθιών το παιδί μπορεί να εκφραστεί, να μεταφερθεί φαντασιακά σε ένα όμορφο μέρος ή να ταυτιστεί με τον πχ θαρραλέο ήρωα

  • Τέλος, είναι πολύ σημαντικό να διατηρούν οι γονείς την υπομονή τους δείχνοντας κατανόηση στο άγχος και φόβο του παιδιού χωρίς να το μειώνουν ή να το υποτιμούν. Το παιδί ηρεμεί αρκετά όταν αισθανθεί ότι ο γονέας το κατανοεί και επιπρόσθετα όταν το επιβραβεύει για κάποιες συμπεριφορές του που αφορούν στη δυσκολία και θεωρούνται επιτυχίες.

 
Σε κάθε περίπτωση, όταν οι δυσκολίες ύπνου τείνουν να εδραιώνονται σημειώνοντας μακρά διάρκεια σταθερής εμφάνισης και έχουν αντίκτυπο στη λειτουργικότητα αλλά και διάθεση- ψυχική υγεία του παιδιού και κατ’ επέκταση όλου του οικογενειακού συστήματος που κουράζεται μαζί με το παιδί, θα πρέπει οι γονείς να απευθυνθούν σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας.
 
 
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
 

Αλεξανδρίδης Α. (2018). Παιδικοί Φόβοι- Σχολή Ανήσυχων Γονέων. Αθήνα: ΙΚΑΡΟΣ.

Κάκουρος, Ε. & Μανιαδάκη, Κ. (2002). Ψυχοπαθολογία παιδιών και εφήβων – Αναπτυξιακή προσέγγιση. Αθήνα: Τυπωθήτω.

Kaplan & Sadocks’s (2010). Επίτομη Ψυχιατρική Παιδιών και Εφήβων. Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας.

Τσιάντης Γ. (2010). Ψυχική Υγεία του Παιδιού και της Οικογένειας (Πρώτος Τόμος). Αθήνα. Καστανιώτης.
 




Κοτσαμπάσογλου Τόνια
Ψυχολόγος
Επιστημονικός Συνεργάτης στο ΔΙ.ΚΕ.Ψ.Υ