Η ανίχνευση της δυσλεξίας πριν την αναγνωστική ηλικία

blog3


Υπάρχουν πολλά θεωρητικά μοντέλα που δύναται να εξηγήσουν όχι το γιατί ένα παιδί γεννήθηκε με δυσλεξία -γιατί αυτό το έχουμε ήδη αποδώσει σε νευρολογικούς παράγοντες- αλλά το πως να βοηθήσουμε τα παιδιά με δυσλεξία να κάνουν τα πράγματα που καλούνται να κάνουν (να γραφούν και να διαβάζουν). Και εκεί εισέρχονται τα διάφορα μοντέλα που το καθένα αποπειράται να εξηγήσει γιατί η ανάγνωση για παράδειγμα, είναι αργή και πως αυτό μπορεί να αντιστραφεί. Ένα από τα μοντέλα είναι και αυτό της ακουστικής διάκρισης (για περισσότερες πληροφορίες αναζητήστε την Dr. Paula Tallal). Σε μια απλοποιημένη μορφή αυτή η θεωρία λέει ότι κάποια στοιχεία του λόγου δεν είναι επαρκώς αντιληπτά (επιτονισμός, ρυθμός) ή είναι αντιληπτά με καθυστέρηση. Και στις δυο περιπτώσεις έχουν αντίκτυπο στην ανάγνωση. Έχετε σκεφτεί ποτέ για όλους εμάς που ασχολούμαστε με τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, σε ποιο μοντέλο είμαστε προσκείμενοι;      
 

 
 
Το 10% περίπου, του παγκόσμιου πληθυσμού έχει δυσλεξία. Επομένως είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να αναπτύξουμε (εφόσον δεν τα διαθέτουμε ήδη) ανιχνευτικά εργαλεία, έτσι ώστε στη συνέχεια να θεσπίσουμε προγράμματα παρέμβασης για να μετριάσουμε τα συμπτώματα της δυσλεξίας.
 
Προσφάτως τα ευρήματά μιας μελέτης που έλαβε χώρα στο Basque Centre on Cognition, Brain and Language (BCBL), υποδεικνύουν την αναγκαιότητα της παρέμβασης όσο νωρίτερα γίνεται. Η μελέτη αυτή έρχεται να αναδείξει (όχι για πρώτη φορά) τη σχέση μεταξύ της αναγνωστικής ικανότητας και της ακουστικής επεξεργασίας. Τα αποτελέσματα έχουν δείξει ότι αυτή η σχέση μπορεί να είναι πολύ βοηθητική/ σημαντική για τα παιδιά που ηλικιακά, δεν διαβάζουν.
 
Η δυσλεξία συνεπάγεται (μεταξύ άλλων) δυσκολίων στην αναγνώριση λέξεων, στη γραφή, στην αποκωδικοποίηση και στην κατανόηση του γραπτού λόγου. Πρόκειται για μια γνωστική δυσκολία που έχει ένα σαφές νευρολογικό υπόβαθρο. Όταν διαπιστώνεται ότι ένα παιδί έχει δυσλεξία και μάλιστα όταν αυτό γίνεται κάπως αργά ηλικιακά, τότε είναι πολύ δύσκολο με όρους παρέμβασης να αλλάξεις τη μαθησιακή του εικόνα άρδην και είναι ακόμη πιο δύσκολο να αντιστρέψεις την άσχημη ζώσα πραγματικότητα του ίδιου του παιδιού.
 
Η εν λόγω έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Psychology και όπως ανέφερε η Paula Rios-Lopez που ήταν η υπεύθυνη της έρευνας και μέλος της BCBL, «η ικανότητα των παιδιών να ακούν και ταυτόχρονα να επεξεργάζονται τις λεκτικές πληροφορίες, είναι ένας καθοριστικός παράγοντας που μετέπειτα θα συντελέσει την ανάδυση της ανάγνωσης». Δυστυχώς όμως πρέπει να περιμένουμε την ηλικία των 9 ετών για να μιλάμε ανοιχτά για δυσλεξία και να μπορούμε με εργαλεία να το διαπιστώσουμε και να το αποδεικνύουμε.
 
Ωστόσο τα αποτελέσματα του ερευνητικού κέντρου San Sebastián, υπονοούν ότι οι ακουστικές μετρήσεις των παιδιών ακόμη όταν είναι μικρής ηλικίας, μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε εκείνα τα παιδιά που ενδεχομένως να εμφανίζουν κάποιο θέμα με την ανάγνωση (δυσλεξία). Επιπλέον μπορούμε να αναπτύξουμε στρατηγικές που μπορούμε να εφαρμόσουμε πριν τα 9 χρόνια, δηλαδή πριν την επίσημη "έναρξη" της δυσλεξίας, που θα είναι βασισμένα στα προσοδικά στοιχεία (προφορά, τονισμός) και βέβαια στοιχεία του ρυθμού. Κι όλα αυτά σε συνδυασμό με αλλά προγράμματα παρέμβασης που στοχεύουν στις αναγνωστικές δυσκολίες.
 
Ο σκοπός είναι να βελτιώνεται η αναγνωστική ικανότητα και να αποφεύγονται οι δυσκολίες που εν δυνάμει απορρέουν από την δυσλεξία. Για παράδειγμα, το να ενσωματώνουμε μια απλή δραστηριότητα στο καθημερινό μας πρόγραμμά, όπως το να παίζει το τύμπανο, βελτιώνει την ικανότητα του ρυθμού η οποία με τη σειρά της βελτιώνει και την αντίληψη της γλώσσας. Επομένως, με αυτή την απλή προσθήκη δραστηριότητας, αποφεύγονται οι οποίες μελλοντικές δυσάρεστες συνέπειες.
 
 
Η σημασία του ρυθμού
 
Η έρευνα έγινε σε ένα δείγμα 40 παιδιών στην Β΄ και την ΣΤ΄ τάξη του δημοτικού σχολείου. Προκειμένου να αναδείξουν τη στενή σχέση της αναγνωστικής ικανότητας και της ακουστικής, τα παιδιά εκτέθηκαν σε ψευδό λέξεις (λέξεις χωρίς νόημα) τις οποίες έπρεπε να επαναλαμβάνουν όταν τους ζητείτε.
 
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η κάθε ψευδό λέξη ήταν καλύτερα κατανοητή, (επομένως μπορούσαν να τις επαναλαμβάνουν όταν τους ζητούνταν) όταν συνοδεύονταν από προσοδικά στοιχεία του λόγου. Δηλαδή τον ρυθμό και τον επιτονισμό αλλά όχι με την προσθήκη φωνημάτων που θα απλοποιούσαν την εκφορά της κάθε λέξης και θα την «κανονικοποιούσαν».
 
Τα παιδιά που είχαν αρχικά χαμηλά σκορ στα τεστ ανάγνωσης βοηθήθηκαν στο μέγιστο από τις φράσεις με τα προσοδικά στοιχεία (ρυθμού, επιτονισμού) προκειμένου να επαναλάβουν τις ψευδό λέξεις. Με αυτή την έννοια τα παιδιά αυτά δεν κατέχουν την ικανότητα να επεξεργάζονται χαμηλής συχνότητας ήχους (αποχρώσεις ή διαλέκτους στο λόγο) αλλά μοιάζει να έχουν δυσκολίες στο να αποκωδικοποιούν σωστά λέξεις και φωνήματα και αυτό με τη σειρά του συνδέεται με την αναγνωστική ικανότητα. «Ο ρυθμός παρέχει τη δυνατότητα στον εγκέφαλο να επικεντρώνεται στις ακουστικές πληροφορίες σε στιγμές που η λεκτική αντίληψη το επιβάλλει», όπως εξηγεί η Rios-Lopez. Συνεχίζει λέγοντας πως «όταν ο εγκέφαλος μπορεί να προβλέψει την εμφάνιση τέτοιων καταστάσεων, προκαλεί μια κατάσταση ευερεθιστότητας έτσι ώστε να στρατολογεί τους νευρώνες που προορίζονται να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση».
 
 
 
 
Πηγή: https://www.sciencedaily.com/news/mind_brain/dyslexia/