Η σημασία της βαθιάς ανάγνωσης (ουσιαστικής)

blog3


 
Άραγε στις επόμενες γενιές θα υπάρχουν βιβλία στην μορφή που τα ξέρουμε, και θα διαβάζονται από τους νέους; Ή μήπως είμαστε στη απαρχή μιας περιόδου που ότι ξέραμε από παλιά αλλάζει και ανάμεσα στα άλλα αρχίζουμε να εγκαταλείπουμε σταθερά τον έντυπο γραπτό λόγο, έναντι του διαδικτυακού.
Η ερώτηση που πλανάται, είναι αν το διάβασμα, ως τρόπος, αλλάζει ανάλογα με το μέσο στο οποίο πραγματοποιείται. Αν δηλαδή διαβάζουμε ένα βιβλίο σε έντυπη μορφή διαφορετικά από ότι ένα αντίστοιχο στο διαδίκτυο (kindle).
Σε όσους από εσάς ασχολείστε με παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, υπάρχει ένα επιπλέον υφέρπον ερώτημα κι αυτό είναι πως μπορεί να είναι για αυτά, η νέα-επικείμενη πραγματικότητα; Θα είναι καλύτερη για ένα παιδί με δυσλεξία ή όχι. Μένει να δούμε.   
 
 
 

Τι θα κάνουν οι επόμενες γενιές ώστε να διαβάζουν προσεκτικά από το διαδίκτυο και από τα βιβλία. Η σημασία της βαθιάς ανάγνωσης (ουσιαστικής).
By Maryanne Wolf & Mirit Barzillai

 
 
H Maryanne Wolf είναι η διευθύντρια του κέντρου έρευνας για την Ανάγνωση και τη Γλώσσα και καθηγήτρια (professor) της Αναπτυξιακής Ψυχολογίας.
Η Mirit Barzillai είναι υποψήφια διδάκτωρ καθώς και συνεργάτης στο Eliot-Pearson Department της Αναπτυξιακής Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Tuft, στο Somerville της Μασαχουσέτης.  

 
Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο Beacon (spring 2013, vol 2, issue 1) professional development.
 
 
Ο Αριστοτέλης μιλάει για 3 ζωές που θα έπρεπε να είναι οι τρεις όψεις μιας γεμάτης ζωής. Είναι η ζωή του πράττω (του να κάνω, να παράγω), η ζωή της σκέψης (ενατένισης) και τέλος είναι η ζωή της ευχαρίστησης. Εμείς ως άνθρωποι του 21ου αιώνα, μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι διάγουμε το βίο του δρω-παράγω και της ευχαρίστησης. Όμως τι κάνουμε με τη ζωή που θα έπρεπε να ζούμε όπως υποδεικνύει και το είδος μας;
Θα έπρεπε να διάγουμε το βίο του homosapiens, ενός σοφού ανθρώπου που πρωτίστως σκέφτεται. Επομένως αυτή τη ζωή, της σκέψης και της ενατένισης την έχουμε ξεχάσει ή παραμερίσει. Μια κοινωνία κρίνεται, βάση της θεωρίας του Αριστοτέλη, από το πόσο ενθαρρύνει τους πολίτες της να πραγματώνουν και τις τρεις αυτές πτυχές της ζωής. 
 
Τα τελευταία χρόνια συντελείται μια τεχνολογική επανάσταση, οπότε μοιραία και αναπόφευκτα αλλάζει τον τρόπο που ορίσαμε την ζωή και σίγουρα τον τρόπο θέασης της "Αριστοτέλειας" ζωής.
 
Για να δούμε όμως με ποιον τρόπο επηρεάζεται η ζωή, πάντα κατά τον Αριστοτέλη. Στην ψηφιακή εποχή, ο ψηφιακός άνθρωπος ζει τη ζωή του εκπληρώνοντας το κομμάτι της παραγωγικότητας και βέβαια και το κομμάτι της ευχαρίστησης. Επομένως υπερκαλύπτει αυτό το δίπτυχο της ζωής που ζει, να ευχαριστιέται και να παράγει. Αν σκεφτούμε ότι τα ψηφιακά μέσα απαιτούν μια άκρως αποτελεσματική και ταυτόχρονη επεξεργασία πληροφοριών και μάλιστα μεγάλου όγκου. Επίσης ο χρήστης επιβάλλεται να μπορεί να πλοηγείτε σε ένα ψηφιακό περιβάλλον με αξιοπρόσεκτη ταχύτητα και δεινή ικανότητα. Όλες αυτές οι νεοαποκτηθείσες ικανότητες λειτουργούν στον αντίποδα της "βαθιάς ανάγνωσης" (deep reading) ή του ουσιαστικού διαβάσματος. Το διάβασμα είναι μια γνωστική διαδικασία που εξ’ ορισμού απαιτεί χρόνο (γιατί είναι και ενίοτε αργή διαδικασία) και προσπάθεια.
 
Ας δούμε τώρα σε τι αναφέρεται η βαθιά ανάγνωση. Πρόκειται για ένα σύνολο εκλεπτυσμένων διαδικασιών οι οποίες προωθούν την κατανόηση και περιλαμβάνουν επαγωγική συλλογιστική και αναλυτική σκέψη, κριτική ανάλυση, αντανάκλαση και διορατικότητα. Ο έμπειρος αναγνώστης χρειάζεται απλώς μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου για να εκτελέσει όλες αυτές τις περιπλοκές διαδικασίες. Ωστόσο χρειάζονται μερικά χρόνια για να φτάσει σε αυτό το επίπεδο ο νεαρός και άπειρος εγκέφαλος (επομένως και αναγνώστης). 
 
Στην ψηφιακή κοινωνία που καταλύονται οι αρχές της βαθιάς ανάγνωσης και προτάσσεται η αμεσότητα των πληροφοριών που λαμβάνονται, έχουν επίδραση τόσο στον τρόπο που σκεφτόμαστε όσο και τον τρόπο που διαβάζουμε. Αν και αυτός είναι ένας πρώιμος προβληματισμός που ενδεχομένως να μην μας απασχολεί, ωστόσο η νέα πραγματικότητα πρόκειται να φέρει πολλές αλλαγές στην κοινωνία μας. Οι μελλοντικές γενιές σίγουρα θα προτείνουν έναν τελείως διαφορετικό ορισμό της ανάγνωσης και της σκέψης. Επί του παρόντος φαίνεται ότι και τα δυο αυτά πεδία επηρεάζονται (ποσοτικά και ποιοτικά) από την ψηφιοποίηση του αναγνωστικού περιβάλλοντος. 
 
Κι εδώ έγκειται η ειρωνεία της ανθρώπινης ιστορίας μας. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν όμοιες ανησυχίες και προβληματισμούς σε μια ιστορική μετάβαση από το προφορικό στο γραπτό λόγο. Όπως μαθαίνουμε μέσω του Πλάτωνα, ο Σωκράτης για παράδειγμα, ήταν κατά της χρήσης του γραπτού λόγου. Πίστευε ότι η γνώση της γραφής (και μοιραία και της ανάγνωσης) θα μπορούσε να αλλάξει το είδος της μνήμης και να επηρεάσει την ικανότητα των ανθρώπων να αποδεικνύουν κάποιους συλλογισμούς. Και οι δυο αυτές οι δεξιότητες ήταν πολύ βασικές στην αρχαία Ελλάδα, θα έπρεπε πρώτα να κατακτηθούν και κυρίως να εσωτερικευθούν από τους νέους. Η αναζήτηση της αλήθειας είναι ένα ταξίδι που δεν θα έπρεπε να νομίζουν οι νέοι ότι το έχουν κατακτήσει και να αρέσκονται να παρασύρονται από τη μονιμότητα του γραπτού λόγου. Στην ουσία η αναζήτηση της αλήθειας είναι αέναη, γιατί το να θεωρούν οι νέοι ότι έχουν ήδη κατακτήσει κάτι τόσο ουσιαστικό και μεγαλειώδες ενώ βρίσκονται μόνο στην αρχή, είναι μια απάτη. Βρίσκονται στην κατάσταση του «δεν ξέρω» και όχι του «κατέχω»
 
Άραγε εγείρονται ερωτήματα στον σημερινό άνθρωπο του 21ου αιώνα που είναι παρόμοια με τα ερωτήματα των αρχαίων Ελλήνων; Μπορεί η αλλαγή του μέσου ανάγνωσης, να επηρεάζει τους μαθητές ειδικά των μικρών ηλικιών και να ελλοχεύουν αλλαγές σε γνωστικούς τομείς (όπως η σκέψη, η μνήμη, η βαθιά ανάγνωση και η κατανόηση); Μήπως αυτές οι αλλαγές θα επηρεάσουν τη γνωστική ανάπτυξη των επόμενων γενεών; Ίσως η ψηφιακή μας εποχή μάς φέρει προ τετελεσμένου σε ένα ιστορικό μεταίχμιο, ακριβώς όπως συνέβη χιλιάδες χρόνια πριν στην αρχαία Ελλάδα.  
Η εγκεφαλική επανάσταση!
 
Το ανθρώπινο είδος αρχικά διέθετε ορισμένες εγκεφαλικές δομές που εξυπηρετούσαν για παράδειγμα την κίνηση, την ομιλία τη σκέψη και πολλές άλλες γνωστικές δεξιότητες. Οι άνθρωποι όμως δεν ήταν "φτιαγμένοι" για να διαβάσουν (Wolf 2007). Η ανάγνωση είναι μια σχετικά καινούρια γνωστική λειτουργία η οποία εφευρέθηκε μόλις 5500 χρόνια πριν. Το πως έμαθαν οι άνθρωποι να διαβάζουν είναι μια απόδειξη του θαυμαστού εγκεφάλου μας και της πλαστικότητάς του. Χάρη στην εγκεφαλική μας πλαστικότητα, μπορούμε να φτιάχνουμε καινούργιες συνδέσεις ανάμεσα σε πράγματα που μόλις μάθαμε και πράγματα που ξέραμε από παλιά. Στην περίπτωση της ανάγνωσης η πλαστικότητα μας επιτρέπει να σχηματίσουμε νέες συνδέσεις αναμεσά σε οπτικές, ακουστικές και γλωσσικές πληροφορίες. Ο τρόπος που είναι σχεδιασμένος ο ανθρώπινος εγκέφαλος, του δίνει παρά πολλές δυνατότητες να ξεπερνά τα δικά του όρια. 
 
Αυτή η οπτική, μάς φωτίζει το παρελθόν της ανάγνωσης και γραφής αλλά και μάς δίνει μια νέα προοπτική για το μέλλον και των δυο. Ας κάνουμε την εξής υπόθεση: αν ο εγκέφαλος δεν διάθετε ένα αναγνωστικό κύκλωμα τότε τα διαφορετικά κυκλώματα από τις ομιλούντες γλώσσες και τα συστήματα γραφής που τις συνοδεύουν δεν θα έπρεπε να είναι ίδια.
 
Υπάρχουν πολλά ερευνητικά δεδομένα διαγλωσσικών μελετών που αποδεικνύουν ακριβώς αυτό. Ξέρουμε ότι όλες οι γλώσσες έχουν ένα κοινό υπόβαθρο αναφορικά με τα συστήματά γραφής που απαντώνται σε κάθε χώρα (Bolger, Perfetti, & Scheider 2005). Ωστόσο κάποιες γλώσσες διαθέτουν ένα διαφορετικό ορθογραφικό σύστημα και επιφορτίζονται κάποιες συγκεκριμένες εγκεφαλικές περιοχές.
 
Για παράδειγμα ο εγκέφαλος ενός Κινέζου αναγνώστη, χρησιμοποιεί οπτικές περιοχές που βρίσκονται στον ινιακό λοβό γιατί πολύ απλά το κινεζικό σύστημα γραφής, απαιτεί ιδιαίτερο φόρτο στις οπτικές περιοχές γιατί οι κινέζικοι χαρακτήρες, απαιτούν οπτική επεξεργασία και καλή οπτική μνήμη (Τan, Spinks, Eden, Perfetti, & Siok 2005). Σε αντίθεση, το αλφαβητικό σύστημα (που διαθέτουν οι περισσότερες γλώσσες) απαιτεί επεξεργασία που βασίζεται στις βρεγματικές και κροταφικές περιοχές του εγκεφάλου, γιατί η έμφαση δίνεται στην ακουστική ανάλυση των γραμμάτων αντί των συμβόλων (που είναι ο κινεζικός τρόπος γραφής). Συμπερασματικά, ο τρόπος γραφής της κάθε γλώσσας αποτυπώνεται στην εγκεφαλική πραγματικότητα και τη διαμορφώνει περαιτέρω ανάλογα με τις απαιτήσεις του κάθε συστήματος γραφής και το ποια δίκτυα θα αναπτυχθούν έναντι κάποιων άλλων.  
 
Η ποσότητα καθώς και η ποιότητα της επαφής με το γραπτό λόγο, έχει επίπτωση στα εγκεφαλικά μονοπάτια που αναπτύσσονται κατά την ανάγνωση. Είναι γνωστό ότι υπάρχουν πολλές διαφορές ανάμεσα στους έμπειρους και του αρχάριους αναγνώστες γιατί στην ουσία οι μεν πρώτοι έχουν αναπτύξει συγκεκριμένες εγκεφαλικές περιοχές, ενώ οι δεύτεροι μόλις ξεκινούν να διαμορφώνουν το αναγνωστικό τους τοπίο.
 
Πιο συγκεκριμένα οι μικροί Άγγλοι αναγνώστες καλούνται να μάθουν μια πληθώρα πραγμάτων όπως το να μάθουν να αποκωδικοποιούν από το πιο απλά μοτίβα (ότι βλέπω το διαβάζω) στα πιο δύσκολα και ασυνήθιστα μοτίβα στα οποία δεν υπάρχει αντιστοιχία σε αυτό που βλέπω και σε αυτό που διαβάζω (σκεφτείτε τη λέξη buy, ή το caught για να μη μιλήσω για το yacht). Στην αγγλική γλώσσα ο νέος αναγνώστης πρέπει να μάθει κάποια καταληκτικά μοτίβα τα οποία ξεκλειδώνουν παρά πολλές άλλες λέξεις (για παράδειγμα σκέφτεται την κατάληξη able, ence, ish). Αυτό σημαίνει ότι ο κάθε νέος αναγνώστης χρησιμοποιεί μια πολύ μεγαλύτερη έκταση των εγκεφαλικών περιοχών γιατί απαιτείται βέβαια να μάθει και να κατακτήσει πολλές καινούριες δεξιότητες. Με την πάροδο του χρόνου καθώς ο νέος αναγνώστης οδεύει σε μια ωρίμανση νευρολογική συνεπώς και αναγνωστική, παρατηρείται μια αλλαγή των εγκεφαλικών περιοχών-δομών που χρησιμοποιούνται. Έτσι διαμορφώνεται ένα αναγνωστικό μονοπάτι ικανό να στηρίξει την κατανόηση και ειδικά τις πιο εκλεπτυσμένες σημασιολογικές και συντακτικές δομές (Sandak, Mencl, Frost, & Pugh 2004).
 
Το να αποκτήσει κάποιος ευχέρεια στην ανάγνωση, σημαίνει ανάμεσα στα αλλά, ότι μπορεί να κατανέμει το χρόνο του και την προσοχή του καθώς διαβάζει, έτσι ώστε να έχει πρόσβαση στις ιδέες, τα επιχειρήματα και τις υποθέσεις που κάνει. Ελάχιστα πράγματα παρέχονται εξωγενώς στον αναγνώστη πριν ή μετά την ανάγνωση. Γι’  αυτό οι αναγνώστες καλούνται να κατασκευάσουν τα δικά τους νοήματα, κατανοώντας ένα κείμενο και πηγαίνοντας πέρα από τα αναγνωσθέντα, χρησιμοποιώντας πρότερες κατεκτημένες γνώσεις και φτάνοντας σε δικά τους συμπεράσματα και (αναγνωστικές) υποθέσεις.
 
Κι αυτή είναι η μαγεία της αναγνωστικής δεξιότητας, να ξεπερνάς το συγγραφέα για να κάνεις τα δικά σου αφηγήματα, τις δικές σου σκέψεις υπερβαίνοντας τα δεδομένα όρια ενός κειμένου (αυτό αναφέρεται στην θεμελιώδης αρχή του Προυστ) (Wolf 2007). Για να πραγματοποιηθεί αυτό, πρέπει ο αναγνώστης να έχει κίνητρο, να διαθέτει φαντασία, προσοχή και βέβαια χρόνο, τόσο για τον ίδιο όσο και για τον εγκέφαλο για να εκτελέσει όλα τα παραπάνω σε μόλις μερικές εκατοντάδες χιλιοστά του δευτερολέπτου.
 
Οι νεύρο απεικονιστικές μελέτες έχουν καταδείξει ότι η βαθιά ανάγνωση προϋποθέτει τη συμμετοχή ΚΑΙ των δυο εγκεφαλικών ημισφαιρίων (Keller, Carpenter, & Just 2001). Έτσι ο έμπειρος αναγνώστης προκειμένου να κατανοήσει σε βάθος ένα κείμενο, θα χρησιμοποιήσει και τους 4 λοβούς του εγκεφάλου. Αυτό που διαβάζουμε έχει ένα αντίκτυπο στην εγκεφαλική μας πραγματικότητα και μοιραία και σε εμάς τους ίδιους. Νευρολογικά και γνωστικά επηρεαζόμαστε από κάτι καινούριο που διαβάζουμε και έτσι εμπλουτίζουμε τα ήδη υπάρχοντα δίκτυα ή αναφύονται άλλα καινούρια.
 
Ας επιστρέψουμε από εκεί που ξεκινήσαμε και ας υποθέσουμε ότι η ψηφιακή ανάγνωση ενός Σαιξπηρικού έχει σαφή πλεονεκτήματα. Μπορεί για παράδειγμα να έχει πρόσβαση κάποιος σε ιστορικές πηγές, να δει κάποιο σχετικό βίντεο, να συμμετέχει σε μια ομάδα με σχετικά ενδιαφέροντα, ακόμη μπορεί να έχει πρόσβαση σε κριτικές, σχόλια ή ερμηνείες άλλων για το ίδιο έργο. Αυτά όλα ομολογουμένως προωθούν την σε βάθος κατανόηση ενός κειμένου. Μόνο που αν θυμηθούμε το Σωκράτη, θα μιλήσουμε για τον "εξαπατημένο μαθητή" ενθαρρύνοντας έτσι μοιραία την παθητικότητα του. Η αλήθεια είναι ότι σε ένα ψηφιακό περιβάλλον η διαδικτυακή ανάγνωση είναι μια διαδικασία που είναι μάλλον ανεξέλεγκτη, γιατί δεν ξέρουμε ποιος γράφει αυτά που διαβάζουμε και κατά ποσό είναι αξιόπιστη η πηγή ενημέρωσης που επιλέξαμε.
 
Επίσης ένα στοιχείο που είναι πολύ σημαντικό και είναι ενσωματωμένο σε κάθε ψηφιακό περιβάλλον, είναι το στοιχείο της διάσπασης. Ένα σχετικά πρόσφατο άρθρο του Nick Carr που ρωτούσε αν το google μας κάνει ανόητους -is google making us stupid- (2008) είδε ότι οι πηγές που χρησιμοποιούμε προτιμώνται έναντι άλλων με μοναδικό κριτήριο τη δημοτικότητα τους και όχι την αξιοπιστία τους ή την ποιότητα των πληροφοριών τους. Οτιδήποτε θέλουμε και ότι ψάχνουμε είναι στην ουσία ένα "κλικ" μακριά μας. Οι δεξιότητες που απαιτούνται σε μια διαδικτυακή συνθήκη, είναι να μπορείς να χειρίζεσαι έναν μεγάλο όγκο πληροφοριών, να διαθέτεις κριτικές και οργανωτικές ικανότητες και να καταλαβαίνεις όλα όσα διαβάζεις.
 
Όμως ακόμη και στα πράγματα που θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση οι μαθητές προκειμένου για παράδειγμα να βελτιώσουν το λεξιλόγιό τους, παρόλα αυτά δεν κάνουν χρήση των υπολογιστών (Dalton, Pisha, Eagleton, Coyne, & Deysher 2002, MacArthur, & Haynes 1995). Κι αυτή η συμπεριφορά δείχνει ότι οι αναγνώστες δεν έχουν αναπτύξει επαρκώς τις ικανότητες αυτό-παρακολούθησης κατά την κατανόηση (ποιά κομμάτια τους λείπουν κατά την ανάγνωση, τί ακριβώς δεν έχουν καταλάβει και σε ποιά κομμάτια παρατηρούνται οι ελλείψεις τους). Έτσι αδυνατούν να κινούνται μόνοι τους σε μια διαδικτυακή συνθήκη και να καρπώνονται τα όσα οφέλη της.
 
Οι μαθητές δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν το ποιοι σύνδεσμοι (links) μπορεί να τους είναι χρήσιμοι ή διαφορετικά να αποδειχτούν χάσιμο χρόνου (Kamil & Lane 1998). Χωρίς αυτή την απαραίτητη γνώση διάκρισης χρήσιμου ή όχι, είναι χαμένοι σε πράγματα που δεν είναι σχετικά με όσα ψάχνουν. Σε αντίθεση με την εμφάνιση και την γραμμικότητα του γραπτού λόγου σε έντυπη μορφή, η εμφάνιση του λόγου σε ψηφιακή μορφή, είναι πιο ενδιαφέρουσα, πλούσια και σίγουρα είναι μια νέα εμπειρία για τον αναγνώστη. Σε έναν υπολογιστή, η ροή του λόγου και των πληροφοριών προϋποθέτει-απαιτεί από τον αναγνώστη να χρησιμοποιεί ταυτόχρονα και την λεκτική αλλά και την οπτική οδό. Αυτό εκ πρώτης μοιάζει καλό για κάθε αναγνώστη γιατί συνδυάζει πολλές οδούς για να έχει πρόσβαση σε μια πληροφορία. Από την άλλη όμως, πρέπει να σημειώσουμε ότι για κάθε αναγνώστη, είναι μια μεγάλη διάσπαση αυτά τα πολλαπλά είδη πληροφοριών που δέχεται αυτοστιγμεί.
 
Είναι απαραίτητο ο αναγνώστης να καταλάβει τις οπτικές πληροφορίες που δέχεται και στη συνέχεια να τις αξιοποιεί. Δηλαδή αυτό που κατάλαβε μέσω της όρασης, να το μετατρέψει σε λόγο (το οπτικό υλικό σε λεκτικό). Για παράδειγμα οι έρευνες έδειξαν ότι οι μαθητές του δημοτικού είναι λιγότερο πιθανό να θυμούνται πληροφορίες (να τις ανακαλούν), όταν το κείμενο προς απομνημόνευση ήταν γεμάτο από γραφικά και εικόνες. Ήταν δύσκολο να λεκτικοποιήσουν κάτι που πρωτίστως έλαβαν οπτικά (Eastin, Yang & Nathanson 2006).
 
Η συμμετοχική φύση του διαδικτύου μπορεί να βοηθήσει να μεγαλώσουν τα νέα παιδιά έχοντας ικανότητες στην επικοινωνία, στη συνεργασία, και στη δημιουργία καινούριων-νέων πραγμάτων. Αυτή είναι η μοναδική φύση της τεχνολογίας που αγγίζει τα όρια της θεϊκής δημιουργίας γιατί πρόκειται στην ουσία για στιγμιαίες δημιουργίες (Leu, Kinzer, Coiro, & Cammark 2004). Ακόμη κι αν αυτές οι δημιουργίες είναι απλώς πληροφορίες, ψηφιακά δεδομένα, μπορούν να λύσουν τα προβλήματα πολλών ανθρώπων.
 
Ωστόσο πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι πολλές από τις ικανότητες που εμπλέκονται στην ψηφιακή ανάγνωση, όπως το να ψάχνεις τις σωστές λέξεις που θες να χρησιμοποιήσεις, ή να εντοπίζεις και στη συνέχεια να εκτιμάς τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες, προϋποθέτουν ένα πλήθος δεξιοτήτων. Αυτές έχουν να κάνουν τόσο με τη λήψη αποφάσεων, και με την διατήρηση της προσοχής, όσο και με το εκτελεστικό κομμάτι. Πολλές από αυτές τις ικανότητες, αναπτύσσονται και κατακτούνται στη ζωή ενός ανθρώπου σε σχετικά μεγάλη ηλικία. Για παράδειγμα τα παιδιά που κατ' εξοχήν βρίσκονται στο στάδιο της συγκεκριμένης σκέψης, τους είναι δύσκολο να διακρίνουν το πραγματικό από το φανταστικό, και άρα είναι λιγότερο πιθανό να πλοηγηθούν με αποτελεσματικότητα στο διαδίκτυο και να καταλάβουν όλα όσα τους προσφέρει ο διαδικτυακός κόσμος. 
 
Η διαδικτυακή ανάγνωση είναι δυνατόν να ανταμείψει τον αναγνώστη σε διάφορους γνωστικούς τομείς, όπως είναι η ταυτόχρονη εκτέλεση πολλών ενεργειών, να συνηθίζει ο χρήστης σε μια άμεση συλλογή των πληροφοριών, σε μια γρήγορη μετάβαση της προσοχής παρά να αναπτύσσει βαθύς στοχασμούς και πρωτότυπη σκέψη. Η αμεσότητα και ο όγκος των διαθεσίμων πληροφοριών που έχει ο νεαρός χρήστης, δίνει την εσφαλμένη εντύπωση ότι έχει ό,τι χρειάζεται για να καλύψει ένα θέμα σε βάθος. Επομένως το ξέρει.
 
Από μια παιδαγωγική σκοπιά, είναι δυνατόν να θεωρηθεί μια αναζήτησηληροφοριών) τόσο τέλεια που πραγματικά δεν χρειάζεται κάτι άλλο; Αυτό θα έπρεπε να είναι το μήνυμα στους νεότερους; Από την άλλη, αν το δούμε από τη σκοπιά της γνωστικής νευροεπιστήμης, το ψηφιακό περιβάλλον ενισχύει τις πολύ γρήγορες εναλλαγές της προσοχής, έχει πολλές πηγές διάσπασης και μπορεί να βραχυκυκλώσει την ανάπτυξη κατανόησης που αντανακλά τον στοχασμό (βαθιά σκέψη). Είναι πιθανόν δηλαδή να αναχαιτίσουμε την ανάπτυξη αυτών των γνωστικών στοιχείων της βαθιάς σκέψης και είναι σχεδόν βέβαιο ότι η μελλοντική κοινωνία έχει «φροντίσει» τα μέλη της να μην διαθέτουν ούτε επαρκή κριτική σκέψη, αλλά ούτε και αναλογιστικές ικανότητες.
 
Κι εδώ έγκειται ο σημαντικός ρόλος της εκπαίδευσης. Η ανάγνωση έχει έναν διττό ορισμό.
 
Πρώτα την ορίζουμε από το πόσο έχει κατακτηθεί ο μηχανισμός της αποκωδικοποίησης του λόγου. Και έπειτα την ορίζουμε από το κατά πόσο η κατανόηση ενός σύνθετου κειμένου είναι εφικτή ή όχι (ανάγνωση=αποκωδικοποίηση + κατανόηση). Αυτά λοιπόν τα δύο πρόσωπα της ανάγνωσης θα πρέπει να διδάσκονται αναλυτικά. Ο πεπειραμένος αναγιγνώσκων εγκέφαλος αποκτά την μεγάλη εμπειρία του μέσα από τη συστηματική διδασκαλία. Χρόνια ερευνών γύρω από την ανάγνωση και τους τρόπους που πρέπει να διδάσκεται, έχουν δώσει καρπούς, τους οποίους οι εκπαιδευτικοί τους έχουν χρησιμοποιήσει για να εμπλουτίσουν τις πρακτικές τους.
 
Για παράδειγμα στο Αμερικάνικο εκπαιδευτικό σύστημα, χρησιμοποιείται ένα πρόγραμμα που λέγεται RAVE-O (Wolf, Miller, & Donnnely 2000), το οποίο κάνει χρήση των ψηφιακών παιχνιδιών για να εξοικειωθούν τα μικρά παιδιά με τις διάφορες παραστάσεις των γραμμάτων (πεζά και κεφαλαία) τα οποία είναι απαραίτητα για να μάθουν το μηχανισμό της αποκωδικοποίησης. Όμως πολύ λίγη προσοχή δίνεται στην ανάπτυξη δεξιοτήτων κατανόησης ενός κειμένου όταν αυτό αναγιγνώσκεται διαδικτυακά. Το μέσο είναι αυτό που μας δείχνει τον δρόμο και υποδεικνύει τους νέους τρόπους διδασκαλίας προκειμένου να μάθουμε στους νέους αναγνώστες να είναι κριτικοί και αναλυτικοί στο υλικό που έχουν να διαχειριστούν.
 
Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ανάπτυξη καινούριων εργαλείων, όπως διαδικτυακά προγράμματα που στοχεύουν τις στρατηγικές (ανάγνωσης) ή με την καθιέρωση των online δασκάλων για να εποπτεύουν την ανάγνωση και κατανόηση. Οι τελευταίοι θα μπορούσαν να ζητάνε από τους μαθητές να λένε φωναχτά αυτά που σκέφτονται κατά την ανάγνωση και έτσι μπορεί να δίνεται στους μαθητές μια ανατροφοδότηση. Αυτοί είναι κάποιοι από τους νέους τρόπους για τα εισάγουν στα παιδιά τις αναγνωστικές δεξιότητες μέσω του ψηφιακού περιβάλλοντος. Προγράμματα όπως το center for applied special technology (CAST) (Rose & Dalton 2008) ο  «σκεπτόμενος αναγνώστης» που καλείται να κάνει χρήση των στρατηγικών ανά περίσταση όταν έχει ένα κείμενο μπροστά του και πρέπει για παράδειγμα να το κάνει περίληψη. Έτσι η τεχνολογία μπορεί να παρέχει τον σκελετό της ανάγνωσης. Τέτοιες προτροπές, μπορεί να χρησιμεύουν στους αναγνώστες ώστε να σταματούν και να παρακολουθούν την κατανόησή τους, να αντιστέκονται σε μια επιφανειακή ανάγνωση και αντιθέτως να επιδιώκουν μια βαθύτερη και ουσιαστικότερη προσέγγιση της κατανόησης (Dalton & Proctor 2008).
 
Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε αποδείξεις για το πώς αναπτύσσεται το αναγνωστικό μονοπάτι όταν εκτίθεται ο εγκέφαλος αποκλειστικά σε online περιβάλλοντα. Από την άλλη, υπάρχουν πολλές αποδείξεις για το πώς αναπτύσσεται ο αναγιγνώσκων εγκέφαλος όταν έρχεται σε επαφή με τον έντυπο γραπτό λόγο. Μέχρι να υπάρχουν επαρκή ερευνητικά δεδομένα για την πρώτη περίπτωση, θα γιγαντώνονται οι συζητήσεις γύρω από αυτό. Ωστόσο, τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την συνεισφορά της έντυπης μορφής της ανάγνωσης (και της γραφής) στην ανάπτυξη αργών, εποικοδομητικών και δομημένων γνωστικών διαδικασιών. Αυτή είναι η βάση στην οποία μπορούν να χτίσουν τα παιδιά τον αναγνωστικό τους κόσμο κι είναι αυτό που έλεγε ο Προυστ, να φτιάξουν το αναγνωστικό τους ιερό. Το να διδάξουμε τα παιδιά την εν τω βάθει κατανόηση σε ένα διαδικτυακό περιβάλλον είναι επιβεβλημένο όπως είδαμε και παραπάνω. Ωστόσο, θα πρέπει πρωτίστως να ασχοληθούμε με τις διαδικασίες που προάγουν την ουσιαστική και βαθιά ανάγνωση (και όχι επιφανειακή) στο βασικό δηλαδή μέσο που αναπτύχθηκε η γραφή και η ανάγνωση. Υπάρχει μια μεγάλη παράδοση στην ιστορία της γραφής.
 
Το Σουμερικό σύστημα γραφής το οποίο ήταν σε χρήση 3000 χρόνια πριν και διατηρήθηκε παράλληλα με το Ακκαδικό σύστημα το οποίο κυριάρχησε για πολλούς αιώνες. Στην πορεία το Ακκαδικό σύστημα γραφής ενσωμάτωσε πολλά από τα πολύτιμα στοιχεία του Σουμερικού τρόπου γραφής. Αυτή είναι μια βαθυστόχαστη μετάβαση, δηλαδή από τα συστήματα γραφής που αναπτύχθηκαν και άντεξαν μέσα στο χρόνο, στα αναγνωστικά περιβάλλοντα του σήμερα, το διαδικτυακό και το έντυπο.
 
Και τα δυο αυτά καλύπτουν τις πολύ διαφορετικές ανάγκες μας και στην ουσία η κάθε κοινωνία προσπαθεί να καλύψει το τρίπτυχο του  Αριστοτέλη σχετικά με τη ζωή (από εκεί που ξεκινήσαμε). Είναι σημαντικό τα παιδιά να μην προσεγγίζουν τις πληροφορίες που αποκτούν σαν ένα τέλος στην πορεία της γνώσης, αλλά σαν μια αρχή του να ρωτάνε κάποια πράγματα και να σκέφτονται κάτι που δεν είχαν διατυπώσει ποτέ ξανά.