Αυτισμός & Κοινωνική Ανταμοιβή

blog3


«Διάλεξε χέρι, όποιο χέρι θες». Αυτό είναι το παγκοσμίως γνωστό παιχνίδι που παιζόταν σε πολλά σχολικά προαύλια. Το παιχνίδι του μαντέματος, αποτέλεσε την βάση μιας πειραματικής διαδικασίας κατά την οποία μελέτησαν πως τα παιδιά στο αυτιστικό φάσμα αλληλοεπιδρούν με άλλους
 
Η Κα Κατερίνα Σταυροπούλου, Κλινική Ψυχολόγος και Καθηγήτρια στο τμήμα της Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια μελέτησε, μέσω αυτού του παιχνιδιού, την ηλεκτρική δραστηριότητα στον εγκέφαλο των παιδιών στο αυτιστικό φάσμα καθώς και των παιδιών τυπικής ανάπτυξης με σκοπό να παρατηρήσει το πως ακριβώς δουλεύει το σύστημα επιβράβευσης στους δύο αυτούς πληθυσμούς. 
 
Ιστορικά, οι ερευνητές και οι κλινικοί έχουν προτείνει μια σειρά υποθέσεων προκειμένου να εξηγήσουν γιατί τα παιδιά στο φάσμα τείνουν να είναι λιγότερο κοινωνικά, σε σύγκριση με τους συνομήλικους τους τυπικής ανάπτυξης. 
 
Μια πρώτη δημοφιλή θεωρία είναι αυτή της υπόθεσης των κοινωνικών κινήτρων, η οποία προτείνει ότι τα παιδιά που είναι στο φάσμα, δεν έχουν το κίνητρο εγγενώς, προκειμένου να αλληλοεπιδράσουν με άλλους ανθρώπους γιατί πολύ απλά νευρολογικά δεν ανταμείβονται από την κοινωνική αλληλεπίδραση με τον ίδιο τρόπο που ανταμείβονται κατά την αλληλεπίδραση τα παιδιά τυπικής ανάπτυξης. Οι περισσότεροι από εμάς, όταν ερχόμαστε σε επαφή με άλλους ανθρώπους, δεχόμαστε μια έκκριση ντοπαμίνης. «Είτε μιλάμε απλώς για οπτική επαφή, είτε για το μοίρασμα ευχάριστων πραγμάτων που σε κάνουν να νιώθεις άνετα και οικεία, δηλαδή το να είσαι κοινωνικός», τόνισε η Κα Σταυροπούλου. Η υπόθεση των κοινωνικών κινήτρων υποστηρίζει ότι τα παιδιά που είναι στο αυτιστικό φάσμα, δεν παίρνουν την ίδια ανταμοιβή από τις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις. Επομένως, δεν βγαίνουν έξω προκειμένου να αναζητήσουν την επαφή με άλλα παιδιά δεδομένου ότι εγγενώς δεν αμείβονται από μια τέτοια συμπεριφορά. 
 
Μια δεύτερη θεωρία είναι γνωστή ως η έντονη παγκόσμια θεωρία (overly intense world hypothesis) σύμφωνα με την οποία η επίδραση των πραγματικών ερεθισμάτων του εξωτερικού κόσμου, βιώνεται ως υπερβολικά έντονη. Βάση αυτής, τα παιδιά στο φάσμα ερμηνεύουν τα αισθητηριακά σήματα που λαμβάνουν, πολύ πιο έντονα σε σχέση με τους ομηλίκους τυπικής ανάπτυξης. Ως εκ τούτου τα παιδιά που είναι στο φάσμα αποφεύγουν την αλληλεπίδραση με άλλους, καθώς αντιλαμβάνονται ότι τα ερεθίσματα που προσλαμβάνουν είναι κατακλυσμιαία, με αποτέλεσμα να τα κυριεύουν, και συνεπώς τα αποφεύγουν ή και τα αποστρέφονται.  «Τα παιδιά με αυτισμό συχνά βρίσκουν τους ήχους πολύ δυνατούς ή τα φώτα πολύ έντονα ή αντίθετα, δεν τα βρίσκουν αρκετά έντονα», δήλωσε η Κα Σταυροπούλου. Οι περισσότεροι από εμάς δε θα θέλαμε να κινηθούμε προς κάποιον που εμφανώς ουρλιάζει, ειδικά αν βρισκόμασταν σε ένα δωμάτιο με πολύ έντονο φωτισμό και ακούγοντας έναν θόρυβο ο οποίος είναι πολύ δυνατός. 
 
Αντίθετα η αισθητηριακή υπερ-ευαισθησία, θεωρεί ότι η αλληλεπίδραση, αναγκάζει πολλούς ανθρώπους που είναι στο φάσμα, να μην επιδιώκουν τις κοινωνικές επαφές και την κοινωνικοποίηση γιατί αυτή η συνθήκη, είναι για τους ίδιους μια αυτοκτονία. Όμως, σύμφωνα με την Κα Σταυροπούλου, η οποία ταυτόχρονα είναι και αναπληρώτρια διευθύντρια του UCR's SEARCH Family Autism Resource Center, μπορεί να υπάρχουν όλες αυτές οι θεωρίες παράλληλα, κι όχι απλώς να ισχύει ή η μία ή η άλλη θεωρία. 
 
Η Κα Σταυροπούλου και η συνεργάτιδά της Carver, χρησιμοποίησαν την ηλεκτροφυσιολογία για να μελετήσουν την νευρική δραστηριότητα 43 παιδιών μεταξύ 7 - 10 ετών, εκ των οποίων τα 23 παιδιά ήταν τυπικής ανάπτυξης και τα υπόλοιπα 20 ήταν στο φάσμα. Τα παιδιά έπρεπε να μαντεύουν σε μια προσομοίωση παιχνιδιού το οποίο τους παρείχε και κοινωνική ανταμοιβή αλλά και μη κοινωνική. Τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Molecular Autism, προβάλλοντας μια ματιά στους μηχανισμούς του εγκεφάλου πίσω από τον αυτισμό. Το κάθε παιδί καθόταν μπροστά από μια οθόνη υπολογιστή, φορώντας ένα ειδικό σκούφο που  ήταν εξοπλισμένος με 33 ηλεκτρόδια. Εκεί έβλεπε ζεύγη κουτιών τα οποία εξωτερικά είχαν ζωγραφισμένα ερωτηματικά. Έμοιαζε πάρα πολύ με το γνωστό παιχνίδι «διάλεξε χέρι», όπου το παιδί καλείται να επιλέξει το κουτί που νομίζει ότι είναι το σωστό. 
 
Η Κα Σταυροπούλου ανέφερε ότι ήταν σημαντικό να σχεδιάσει μια πειραματική συνθήκη που θα επέτρεπε στους ερευνητές να μελετήσουν τις εγκεφαλικές αντιδράσεις, είτε πρόκειται για ερεθίσματα που αφορούν την κοινωνική ανταμοιβή, ή την μη κοινωνική, και μάλιστα σε δύο φάσεις. Η πρώτη ήταν αυτή της προσμονής για ανταμοιβή ή το διάστημα κατά το οποίο το παιδί δεν ήξερε αν έκανε ή όχι την σωστή επιλογή. Η δεύτερη φάση ήταν η ανταμοιβή, ή η φάση που ακολουθεί αυτό το γεγονός.  
 
Η Κα Σταυροπούλου εξήγησε: «Δομήσαμε το παιχνίδι έτσι ώστε τα παιδιά να μπορούν να επιλέξουν μια απάντηση και μετά ακολουθούσε μια σύντομη παύση. Σε αυτό το χρόνο της σύντομης παύσης, όπου τα παιδιά άρχισαν να αναρωτιούνται αν ήταν σωστή η επιλογή που έκαναν, εμείς παρατηρούσαμε τις αντιδράσεις τους. Όσο πιο σημαντική είναι η ανταμοιβή για κάποιον, τόσο μεγαλύτερη είναι και η προσδοκία του». 
 
Το κάθε παιδί που συμμετείχε, έπαιζε το παιχνίδι σε δύο μέρη.
Το πρώτο μέρος της πειραματικής διαδικασίας είχε έναν κοινωνικό χαρακτήρα, γιατί τα παιδιά εάν επέλεγαν το αριστερό κουτί, τους αποκαλυπτόταν ένα χαρούμενο πρόσωπο (κοινωνική συνθήκη). Αντιθέτως εάν τα παιδιά επέλεγαν το λάθος κουτί, τους αποκαλυπτόταν ένα λυπημένο πρόσωπο. Το δεύτερο μέρος της πειραματικής διαδικασίας είχε ένα μη κοινωνικό χαρακτήρα, καθώς τα πρόσωπα ανακατεύθηκαν σε τυχαία σειρά και αντικαταστάθηκαν από βέλη που έδειχναν είτε προς τα πάνω, είτε προς τα κάτω (μη κοινωνική συνθήκη). Αφού τα παιδιά έκαναν μια σωστή ή μια λάθος επιλογή κουτιού, οι ερευνητές είχαν την ευκαιρία να παρατηρήσουν το τι γινόταν στον εγκέφαλο των παιδιών μετά την όποια επιλογή έκαναν. Οι ερευνητές  κατέληξαν στις εξής παρατηρήσεις: 
 
1) Τα τυπικά παιδιά προσδοκούσαν περισσότερο την κοινωνική ανταμοιβή όταν έβλεπαν τα πρόσωπα, απ’  ότι τα παιδιά που ήταν στο φάσμα. 
 
2) Τα παιδιά στο φάσμα, προσδοκούσαν περισσότερο τις μη κοινωνικού τύπου ανταμοιβές, όπως ήταν τα βέλη που υποδείκνυαν μια κατεύθυνση. 
 
3) Κατά τη διάρκεια της φάσης της ανταμοιβής ή της φάσης που ακολουθούσε μετά την ανακοίνωση, δηλαδή για το αν τα παιδιά διάλεξαν το σωστό ή το λάθος κουτί, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι: τα τυπικά παιδιά είχαν πιο αυξημένη εγκεφαλική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια των αμοιβών. Αντίθετα τα παιδιά που ήταν στο φάσμα, είχαν αυξημένη εγκεφαλική δραστηριότητα αλλά όχι κατά τη διάρκεια των αμοιβών, αλλά κυρίως όταν είχαν τεταμένη την προσοχή τους. Κι αυτή η τελευταία παρατήρηση, μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι τα παιδιά που είναι στο φάσμα, έχουν μια αισθητηριακή υπερφόρτωση και συνεπώς καλούνται να έχουν την προσοχή τους σε πάρα πολλές πηγές, όπως τόνισε η κυρία Σταυροπούλου. 
 
4) Στην ομάδα των παιδιών που ήταν στο φάσμα, οι ερευνητές παρατηρήσαν ότι μερικά παιδιά κυρίως εκείνα που είχαν πολύ έντονα τα συμπτώματα του αυτισμού, είχαν αυξημένη θετική ανταπόκριση στην κοινωνική συνθήκη. Σύμφωνα με τη Κα Σταυροπούλου αυτό το παράξενο εύρημα εξηγείται από το γεγονός ότι  η παρατήρηση συνοδεύονταν από υπερκινητικότητα. Δηλαδή για τα παιδιά αυτά η σωστή ανατροφοδότηση μεταφράζεται σε έναν αισθητηριακό κατακλυσμό,  λόγω της αισθητηριακής υπερ-ευαισθησίας τους, το οποίο τελικά το βιώνουν σαν υπερκινητικότητα.
 
Η Κα Σταυροπούλου είπε ότι τα αποτελέσματα στηρίζουν αφενός την υπόθεση των κοινωνικών κινήτρων, καθώς και την έντονη παγκόσμια θεωρία. «Τα παιδιά στο φάσμα μπορεί να μην ανταμείβονται όσο τα τυπικά παιδιά, ωστόσο αυτό δε σημαίνει ότι το σύστημα ανταμοιβής είναι απολύτως κατεστραμμένο. Αυτή η έρευνα κατέδειξε στους ειδικούς που ασχολούνται στο τομέα της παρέμβασης, τα οφέλη που αποκομίζουν τα παιδιά με αυτισμό καθώς και τον τρόπο που αλληλοεπιδρούν με άλλους ανθρώπους.
Είναι σημαντικό τα παιδιά να μάθουν σιγά -σιγά να αλληλοεπιδρούν και αυτό να έχει ένα κέρδος και για το ίδιο το άτομο. Παράλληλα είναι σημαντικό να επιδείξουμε ευαισθησία και σεβασμό στα αισθητηριακά τους θέματα. Σε κάθε περίπτωση δεν θέλουμε να κατακλύσουμε τα παιδιά με ερεθίσματα ή να τα οδηγήσουμε σε κατάσταση αισθητηριακής υπερφόρτωσης. Είναι μια λεπτή ισορροπία μεταξύ του να “λαμβάνω επιβράβευση” μέσω των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων, και του να ”βρίσκομαι σε ένα περιβάλλον που είναι θορυβώδες με πολύ έντονο φωτισμό”. Και τα παραπάνω πρέπει να τα έχουμε στο μυαλό μας».
 
 
Πηγή: https://www.google.gr/amp/s/ucrtoday.ucr.edu/51239/amp