ΔΙΓΛΩΣΙΑ & ΑΝΑΓΝΩΣΗ

blog3


Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι τα παιδιά που έχουν αναπτύξει την αναγνωστική τους ικανότητα ταυτόχρονα σε δύο γλώσσες έχουν πλεονέκτημα έναντι των παιδιών που μπορούν και διαβάζουν σε μια γλώσσα. Η κάθε γλώσσα ακολουθεί ένα ξεχωριστό νευρωνικό μονοπάτι και χαράζει τον δικό της δρόμο μέσα στον εγκέφαλο. Άλλα ίχνη αφήνει η Αγγλική γλώσσα κι άλλα η Ελληνική. Σίγουρα όμως αν ένα παιδί μάθαινε να διαβάζει ταυτόχρονα και στις δυο γλώσσες αυτό θα άλλαζε πολύ τον τρόπο που προσεγγίζει την ανάγνωση.
 
 

 
Ο τρόπος που οι δίγλωσσοι μαθαίνουν να διαβάζουν, επηρεάζεται από τις γλώσσες που μιλάνε. Αυτά είναι τα αποτελέσματα τα οποία κατέδειξε η έρευνα που έγινε στο Basque (κέντρο νόησης, εγκεφάλου και γλώσσας).
 
Οι επιστήμονες βρήκαν ότι οι γλώσσες που μιλούσαν οι δίγλωσσοι (ορίζουμε την διγλωσσία, στην παρούσα, σαν μια κατάσταση όπου κατακτήθηκαν αναγνωστικά ταυτόχρονα οι δυο γλώσσες), επηρεάζουν τις αναγνωστικές στρατηγικές και τις θεμελιακές δομές της νόησης, οι οποίες αποτελούν τη βάση της δυνατότητας να διαβάσουν. Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να έχει επιπτώσεις τόσο στο εκπαιδευτικό κομμάτι, όσο όμως και στο ερευνητικό/κλινικό.
 
Επίσης, οι μονόγλωσσοι εκτίθενται σε ένα γλωσσικό περιβάλλον διαφανές, όπου υπάρχει πιστότητα ανάμεσα στα γράμματα που βλέπει ο αναγνώστης και σε αυτά που διαβάζει, ανεξάρτητα από το συνδυασμό γραμμάτων μέσα στη λέξη που απαντώνται, όπως είναι τα Ισπανικά και τα Βασκικά. Αυτοί λοιπόν, έχουν μια γενικότερη τάση να χρησιμοποιούν αναλυτικές αναγνωστικές τεχνικές, δηλαδή διαβάζουν πρώτα τα μέρη ενός συνόλου, γράμματα ή συλλαβές και μετά τη λέξη (όλον). Αυτό υποστήριξε η Marie Lallier μια από τους συγγραφείς αυτής της έρευνας.
 
Από την άλλη μεριά, όσοι εκτίθενται σε αδιαφανές γλωσσικό περιβάλλον, όπου το κάθε γράφημα δεν αντιστοιχεί μόνιμα σε ένα φώνημα αλλά αυτό εξαρτάται από τη λέξη προς αποκωδικοποίηση και τον συνδυασμό των γραμμάτων, για παράδειγμα τα Αγγλικά και τα Γαλλικά, αυτοί οι αναγνώστες έχουν την τάση να αναγιγνώσκουν όλη τη λέξη και έχουν πρόσβαση στο νόημα την λέξης από την αρχή.
 
Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται από την έρευνα, οι δίγλωσσοι οι οποίοι έμαθαν να διαβάζουν ταυτόχρονα και στις δυο γλώσσες, δεν διαβάζουν όπως και οι μονόγλωσσοι. Γιατί πολύ απλά ακολουθούν έναν άλλο τρόπο προσέγγισης της ανάγνωσης ο οποίος δεν είχε περιγράφει προηγουμένως.
 
Σύμφωνα με την βιβλιογραφική ανασκόπηση, μια πρόσφατη δημοσίευση στο Psychonomic Bulletin and Review, έδειξε ότι υπάρχει ένα "μολυσματικό" αποτέλεσμα στις αναγνωστικές στρατηγικές που χρησιμοποιούνται κυρίως από τη δεύτερη γλώσσα που μιλάει ένας δίγλωσσος. Για παράδειγμα, κάποιος που μαθαίνει να διαβάζει Ισπανικά και Αγγλικά θα έχει την τάση να χρησιμοποιεί μια καθολική στρατηγική, ακόμη κι αν διαβάζει στην Ισπανική γλώσσα, σε σχέση με κάποιον που είναι μονόγλωσσος. Αυτό είναι αποτέλεσμα της επίδρασης της δεύτερης γλώσσας.
 
Στην ίδια περίπτωση αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή όταν κανείς διαβάζει στα Αγγλικά θα χρησιμοποιεί μια αναγνωστική στρατηγική που θα προσανατολίζεται προς έναν αναλυτικό τρόπο ανάγνωσης γιατί ακριβώς αυτό γίνεται εξαιτίας της "μολυσματικής" επίδρασης της δεύτερης γλώσσας, των Ισπανικών. Και αυτή η τάση των δίγλωσσων είναι μοναδική και είναι σε πλήρη αντίθεση με τον Άγγλο αναγνώστη που είθισται να χρησιμοποιεί ένα αναγνωστικό μοτίβο να προσεγγίζει τη λέξη ως μονάδα. Οι εγκέφαλοι των δίγλωσσων προσαρμόζονται ανάλογα με το τι διαβάζουν, χρησιμοποιούν μια στρατηγική προκειμένου να μάθουν να διαβάζουν στη μια γλώσσα αλλά τη χρησιμοποιούν και για άλλη γλώσσα, όπως τόνισε η Lallier.
 
Οι ερευνητές έχουν περιγράψει κατά καιρούς, τις βασικές στρατηγικές που χρησιμοποιούν οι μονόγλωσσοι σε διαφορετικές γλώσσες. Ωστόσο οι τρόποι που διαβάζουν οι δίγλωσσοι, δεν έχουν περιγραφεί ποτέ.
 
Οι επιστήμονες του κέντρου San Sebastián, πιστεύουν ότι το να μάθουν να διαβάζουν ταυτόχρονα σε δυο γλώσσες όπου η μια έχει πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά από τη μητρική γλώσσα, σίγουρα προκαλούν αλλαγές στις γνωστικές δομές που είναι η βάση της ανάγνωσης.
 
Με άλλα λόγια, αν μάθει να διαβάζει ένα παιδί σε μια μη-διαπερατή γλώσσα, Γαλλικά ή Αγγλικά, ενισχύει την ικανότητα να επεξεργάζεται πολλά οπτικά στοιχεία επειδή η προσέγγιση της ολόκληρης λέξης (whole word) είναι ένα βήμα απαραίτητο για την κατάκτηση την ευχερούς ανάγνωσης σε αυτές τις γλώσσες.
 
Καθώς οι διαπερατές γλώσσες δίνουν μια ιδιαίτερη έμφαση στην αποκωδικοποίηση αντιστοίχισης γράφημα-φώνημα (γράμμα-ήχος), η εκμάθηση της ανάγνωσης σε αυτές τις γλώσσες, επιτυγχάνεται μέσω της βελτίωσης της διάκρισης των ήχων της γλώσσας.
 
Για να δούμε τις εφαρμογές των παραπάνω στην αξιολόγηση της δυσλεξίας.
 
Οι συγγραφείς την παρούσας έρευνας, θεωρούν ότι τα αποτελέσματα έχουν πολλαπλές εφαρμογές (και διάφορους αποδέκτες). Το εκπαιδευτικό σύστημα είναι καλό παράδειγμα γιατί επιτρέπει βαθύτερη, ή καλύτερη κατανόηση στο πως οι δίγλωσσοι πληθυσμοί κατακτούν την ανάγνωση και τι τεχνικές είναι ενδεδειγμένες να υιοθετηθούν προκειμένου να διαβάσουν στη δεύτερη γλώσσα.
 
Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να βοηθήσει την αξιολόγηση της δυσλεξίας καθώς και άλλα θέματα στην ανάγνωση. "Οι γλωσσικοί παράγοντες που εμπλέκονται στην μάθηση της κάθε γλώσσας, δεν αυξάνουν τα ποσοστά της δυσλεξίας, γιατί αυτή αποδίδεται σε νευρολογικούς παράγοντες. Η θεωρία που προτείνεται, υποστηρίζει ότι η εκμάθηση της γλώσσας θα κάνει περισσότερο εμφανή τα συμπτώματα της δυσλεξίας, και το αντίθετο. Αυτό έχει να κάνει με το συνδυασμό των γλωσσών που μαθαίνονται" εξήγησε η Lallier.
 
Επομένως οι γλώσσες που γνωρίζει ένα παιδί, είναι καθοριστικές για την αναγνώριση πιθανών δυσκολιών, καθώς αυτές οι σημαντικές πληροφορίες θα μπορούσαν να εξηγήσουν τα λάθη τα οποία γίνονται κατά την ανάγνωση.
 
Από την εμπειρία μας μέσα από τις διάφορες γλώσσες, διαμορφώνεται η ικανότητα μας να διαβάζουμε. Αυτό θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψιν όταν διδάσκονται δίγλωσσα παιδιά να διαβάσουν, καθώς μπορεί να εμφανίσουν αναγνωστικά προβλήματα, όπως δυσλεξία. Χρειάζεται να διαθέτουμε τεκμηριωμένες κλίμακες για την αξιολόγηση των ατόμων με δυσλεξία που είναι δίγλωσσοι, καθώς οι συνθήκες που ισχύουν σε αυτούς τους πληθυσμούς, είναι διαφορετικές.
 
 
Πηγή:https://www.sciencedaily.com/releases/2017/05/170509122008.htm