Η νευρωνική πλαστικότητα ενός ενήλικα δυσλεξικού εγκεφάλου

blog3


Our greatest weakness lies in giving up. The most certain way to succeed is always to try just one more time.” 
 
Αυτή ήταν η ρήση ενός ανθρώπου με δυσλεξία. Αν όμως σας έλεγα ότι αυτή η ρήση ανήκε στον Τόμας Έντισον, του ανθρώπου που ανακάλυψε το μικρόφωνο, το φωνογράφο και τον ηλεκτρικό λαμπτήρα στις αρχές του 19ου αιώνα, τι θα άλλαζε; Ίσως να άλλαζε κάτι στις πεποιθήσεις μας για τον Έντισον. Ίσως όμως να άλλαζε κάτι για την δυσλεξία και ειδικά για τους ενήλικες που έχουν δυσλεξία.
 
Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, ο Ντα Βίντσι και ο Έντισον ήταν μόνο μερικοί από τους διάσημους ανθρώπους που φαίνεται να είχαν δυσλεξία. Οι ζωές αυτών των ανθρώπων σφραγίστηκαν από πολύ μεγάλες ανακαλύψεις και σπουδαία έργα. Όμως αν κανείς έβλεπε πιο προσεκτικά τις ζωές τους σε ένα πρώιμο στάδιο, θα παρατηρούσε ότι και οι τρεις αυτοί άνθρωποι είχαν πολλά κοινά σημεία. Όλα τα κοινά τους σημεία καταλήγουν σε ένα κοινό παρονομαστή που ήταν οι δυσκολίες τους με τη γλώσσα και δη με την ανάγνωση και το γραπτό λόγο.
 
Η ειρωνεία για αυτές τις σημαντικές προσωπικότητες ήταν η εξής, από την μια διέπρεψαν με το φωτεινό τους πνεύμα κι από την άλλη είχαν τρομακτικές δυσκολίες για κάτι που οι περισσότεροι θεωρούμε τόσο απλό. Είναι σαν να έχουν αυτοί οι άνθρωποι ένα μυαλό το οποίο έχει δύο όψεις. Από τη μια δείχνει ότι είναι καθηλωμένο σε ένα παιδικό στάδιο που δεν μπορεί να κατακτήσει το μηχανισμό της ανάγνωσης, και της ορθογραφημένης γραφής κι από την άλλη δείχνει το μεγαλείο της ύπαρξης μέσα από την υπέρβαση, ανοίγοντας δρόμους όχι μόνο για τους ίδιους αλλά και για την ανθρωπότητα.
 
Ευτυχώς ή δυστυχώς υπάρχουν λίγοι άνθρωποι σαν και τον ιδιοφυή Αϊνστάιν, αντιθέτως υπάρχουν πολλοί ενήλικες που είναι σαν και τον δυσλεξικό Αϊνστάιν. Θα αναρωτιόταν κανείς αν υπάρχουν ενήλικες με δυσλεξία;
Και η απάντηση θα δίνονταν πάλι μέσω μιας ερώτησης: γιατί να εξαιρέσουμε τους ενήλικες από τη δυσλεξία;
 
Αν ανατρέξουμε σε οποιονδήποτε σύγχρονο ορισμό της δυσλεξίας, θα δούμε ότι γίνεται σαφής λόγος για αιτιολογία νευρολογικής φύσεως. Αυτό σημαίνει ότι η δυσλεξία ως νευρολογικό θέμα, θα συντροφεύει ένα άτομο καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Έτσι είτε είναι 5 ετών είτε 40, θα είναι εξίσου δυσλεξικός. Αυτό που είναι τελικά διαφορετικό (καθώς ο κάθε άνθρωπος διανύει τις ηλικιακές του φάσεις) είναι οι εκδηλώσεις-χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τη δυσλεξία.
 
Για παράδειγμα ένα παιδί που εισέρχεται στο δημοτικό, θα έχει δυσκολίες στην κατάκτηση του βασικού μηχανισμού ανάγνωσης που τελικά καταφέρνει να τον αναπτύξει με σαφή ελλείμματα. Αντίστοιχα ένας μαθητής λυκείου, αναμένεται ότι θα έχει ξεπεράσει τις πρώιμες δυσκολίες αναφορικά με την αποκωδικοποίηση του γραπτού λόγου, αλλά πιθανότατα θα έχει δυσκολίες με την εξαγωγή και απόδοση νοήματος. Στην πραγματικότητα υπάρχουν αυτές οι δυο υποομάδες κάτω από μια κοινή ομπρέλα, που λέγεται δυσλεξία. Και η αλήθεια είναι ότι ένας ενήλικας δυσλεξικός δεν διαφέρει και τόσο πολύ από ένα παιδί με δυσλεξία. Η μήπως όχι;
 
Το 1990 έγινε μια έρευνα που έδειξε ότι η φωνολογική επεξεργασία των παιδιών, καθώς και η ικανότητα τους να εντοπίζουν το σημείο που βρίσκεται κατά την ανάγνωση (με τη βοήθεια του δαχτύλου), αποτελούσαν τους δυο ακριβείς δείκτες για την ύπαρξη δυσλεξίας (Badian, et.al 1990). Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με αλλά ερευνητικά δεδομένα έδειξαν ότι τα ελλείμματα στη φωνολογική επεξεργασία είναι ο μοναδικός παράγοντας που χαρακτηρίζει και τους ενήλικες με δυσλεξία (E.D. Bigler 1992).
 
Φαίνεται δηλαδή ότι υπάρχουν κοινές συνισταμένες που διατρέχουν τον δυσλεξικό πληθυσμό ανεξάρτητα από την ηλικία. Μέσα στην πορεία των ετών τόσο οι ορισμοί της δυσλεξίας, έδωσαν ένα πρώτο στίγμα στο που θα στραφεί η έρευνα, όσο και η πρώιμη ιατρό-κεντρική άποψη σύμφωνα με την οποία ότι η ιατρική μπορεί να επιληφθεί και τη δυσλεξία, ή τουλάχιστον να δώσει κάποιες αιτιολογικές απαντήσεις. Έτσι πολλοί ασχολήθηκαν με το "που" βρίσκεται στον ανθρώπινο εγκέφαλο η δυσλεξία.
 
Ξέρουμε για παράδειγμα ότι οι πρώτες έρευνες εστίασαν σε νευροπαθολογικά ευρήματα σε «δυσλεξικούς εγκεφάλους». Παρότι αυτές οι πρώτες ερευνητικές προσπάθειες έλαβαν έντονη κριτική, ωστόσο μας έδωσαν σημαντικά ευρήματα σχετικά με κάποιες περιοχές του εγκεφάλου που ήταν διαφορετικές σε σχέση με τους μη δυσλεξικούς (παρατηρήθηκαν μη συμμετρικές εγκεφαλικές περιοχές και άτυπη ανάπτυξη σε ορισμένες περιοχές).
 
Μας χωρίζουν παρά πολλά χρόνια από εκείνες τις πρώτες έρευνες κι έχουμε πολλά κατακτήσει όσον αφορά στη κατανόηση μας σχετικά με τη δυσλεξία. Αυτό που εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας να είναι ένα επίκαιρο και σημαντικό ερώτημα: το αν και κατά πόσο, εμπλέκεται η νευρωνική πλαστικότητα στους ενήλικες με δυσλεξία; Αλλά τι είναι η πλαστικότητα του εγκεφάλου και πως αυτό μπορεί να επηρεάζει τη ζωή ενός δυσλεξικού; 
 
«Κατά τη διάρκεια της ζωής μας, ο εγκέφαλός μας αλλάζει διαρκώς. Αυτή η ικανότητα του εγκεφάλου για αλλαγή ονομάζεται πλαστικότητα – όπως ένα αντικείμενο από πλαστελίνη, που τα επιμέρους τμήματά του μπορούν διαρκώς να επανασχηματίζονται. Βέβαια δεν αλλάζει ο εγκέφαλος σα σύνολο, αλλά οι μεμονωμένοι νευρώνες τροποποιούνται για διάφορους λόγους – κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης όταν είμαστε μικροί, ως απάντηση σε εγκεφαλική βλάβη αλλά και κατά τη διάρκεια της μάθησης. Υπάρχουν διάφοροι μηχανισμοί πλαστικότητας, εκ των οποίων ο πιο σημαντικός είναι η συναπτική πλαστικότητα – η έρευνα που ασχολείται με το πώς οι νευρώνες μεταβάλλουν την ικανότητά τους να επικοινωνούν μεταξύ τους» (http://panacea.med.uoa.gr/topic.aspx?id=892).
 
Μέσα από αυτή τη σύντομη θεώρηση της πλαστικότητας, γίνεται αντιληπτό πως μπορεί να επωφεληθεί τελικά ένας άνθρωπος και κατά συνέπεια και ο δυσλεξικός.
 
Ο Kolb (1989) παρατήρησε ότι όταν υπάρχουν σημαντικές βλάβες στον εγκέφαλο, με κάποιο τρόπο η ίδια η βλάβη ενεργοποιεί τα νευρωνικά συστήματα και αναγκάζει μια αναδιάρθρωση της δομής και της λειτουργικότητας του εγκεφάλου.
 
Για παράδειγμα όπως ένα παιδί που είχε ένα μεγάλο δομικό έλλειμα, καθώς απουσίαζαν παντελώς οι γλωσσικές περιοχές, ωστόσο κατάφερε να αναπτύξει "κανονική" ικανότητα να μιλάει και να διαβάζει. Αντιθέτως τα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες όπου έχουν πολύ μικρότερες εγκεφαλικές αλλαγές, στερούνται αυτόν τον μηχανισμό που θέτει σε λειτουργία τα νευρωνικά συστήματα. Σε πλήρη αναντιστοιχία με τα παραπάνω, υπήρχαν ευρήματα ενός άλλου παιδιού το οποίο δεν είχε κάποια αξιοσημείωτη απούσα εγκεφαλική δομή, αλλά είχε όμως μαθησιακές δυσκολίες με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην προφορική έκφραση, καθώς και στην ανάγνωση. Πως εξηγείται αυτό; Μοιάζει ο ανθρώπινος εγκέφαλος όταν βρίσκεται σε ακραία κατάσταση να βρίσκει τρόπους να αντισταθμίζει τα λειτουργικά και δομικά του ελλείμματα, κάτι που δεν ισχύει για τις περιπτώσεις  των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες όπου δεν παρατηρούμε μεγάλα ελλείμματα.
 
Ο Galaburda υποστήριξε ότι σε έναν δυσλεξικό εγκέφαλο μπορούμε να δούμε δυο πράγματα: το ένα είναι η έλλειψη ασυμμετρίας στα δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια και το άλλο είναι τα εγγενή λάθη στη νευρωνική διασύνδεση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ο δυσλεξικός εγκέφαλος να μην έχει τη δυνατότητα να επεξεργάζεται γλωσσικά ερεθίσματα αρχικά, ενώ στη συνέχεια να μην διαθέτει έναν εσωτερικό μηχανισμό που θα αντιστάθμιζε όλες τις ελλείψεις σε γλωσσικά θέματα. Ως απόρροια των παραπάνω, ο εγκέφαλος ενός ενήλικα που έχει μαθησιακές δυσκολίες, δεν έχει την απαραίτητη πλαστικότητα για να κατακτήσει τα στάδια στα οποία υπολείπεται. Επομένως, φαίνεται ότι όταν μιλάμε για μαθησιακές δυσκολίες σε ενήλικες, παρατηρούμε μια απουσία στη δυνατότητα του εγκεφάλου να αναπλάθει τις συγκεκριμένες περιοχές που συνδέονται με τη δυσλεξία ή στην καλύτερη περίπτωση εκδηλώνεται μερικώς αυτή η ικανότητα του εγκεφάλου, δηλαδή η πλαστικότητα (Bigler, 1992).
 
Το 2004, μια καινούρια έρευνα είχε σκοπό να μελετήσει ακριβώς τις νευρωνικές αλλαγές των ενηλίκων με δυσλεξία μετά από ένα σύντομο πρόγραμμα παρέμβασης. Το πρώτο δεδομένο ήταν ότι οι δυσλεξικοί ενήλικες καρπώθηκαν το όφελος της παρέμβασης και βελτίωσαν τις δεξιότητες που σχετίζονται με τη φωνολογική επεξεργασία και ανάγνωση. Το δεύτερο όμως δεδομένο και το πιο σημαντικό, ήταν ότι κατά τη διάρκεια της παρέμβασης είδαν πολλές αλλαγές σε νευρολογικό επίπεδο, τόσο στο αριστερό ημισφαίριο που στεγάζει τις βασικές γλωσσικές δομές, όσο και στο δεξί ημισφαίριο. Επιπλέον, οι ερευνητές παρατήρησαν πως στους ενήλικες με δυσλεξία, σε σχέση με τα παιδιά, είναι σίγουρο ότι οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα μπορεί να αποδοθούν αποκλειστικά στην εκάστοτε παρέμβαση και όχι, όπως συμβαίνει στα παιδιά, σε λόγους που σχετίζονται με την ανάπτυξη (Guinevere F. Eden et.al 2004, Neuron vol 44(3). 
 
Επομένως από αυτή την τελευταία έρευνα μπορούμε να κρατήσουμε το πολύ ενθαρρυντικό στοιχείο ότι υπάρχει μια σημαντική διαφορά που επιτυγχάνεται μέσω της παρέμβασης και ότι αυτό το στοιχείο συνοδεύεται από μια ουσιαστικότερη αλλαγή στις μικρό δομές του εγκεφάλου. Αυτά τα ευρήματα είναι πολύ σημαντικά για μια μερίδα του πληθυσμού που εμείς οι ειδικοί μοιάζει τεχνηέντως να έχουμε «ξεχάσει».