Τα «καλά» παιδιά… τα έφαγε ο Αϊ- Βασίλης

blog3


«‘Άγιε μου Βασίλη ήμουν «καλό» παιδί.. και θέλω να σου ζητήσω…»
 
Πόσο πιο λάθος ξεκίνημα από το παραπάνω!
Όσο υπάρχει ο Αϊ -Βασίλης τόσο υπάρχουν και τα «καλά» παιδιά…
 
Κάπως έτσι ξεκινάει η πόλωση και γεννιούνται τα μίση, οι πόλεμοι και ένα σωρό μπελάδες για την ανθρωπότητα. Μέσα από το «ταμπέλωμα» που χρησιμοποιείται πάντα από τον «ισχυρό» εις βάρος του πιο «αδύναμου»… στην περίπτωση μας του ενήλικα (εκπαιδευτικού, γονιού) προς το παιδί.
 
Κατά πρώτον οι δυο υπογραμμισμένες λέξεις στην πρώτη σειρά καταδεικνύουν μια σχέση εξάρτησης μεταξύ των ρημάτων είμαι (ήμουν) και θέλω δηλαδή με άλλα λόγια για να μπορώ να θέλω κάτι… οτιδήποτε… πρέπει να είμαι κάτι (για τους γονείς μου, για τους δασκάλους μου) και κάπου εδώ διαφαίνεται η πρώιμη απόρριψη από τον ενήλικα προς το παιδί!!! Δηλαδή δε φτάνει που δημιουργούμε στα παιδιά μια πλασματική καταναλωτική ανάγκη, τους την ικανοποιούμε κιόλας με τα δικά μας «αδιευκρίνιστα» κριτήρια.
 
Συνηθίζουμε να λέμε «Να είσαι καλό παιδί για να σου φέρει ο Άγιος Βασίλης το δώρο σου». Πέρα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη φράση είναι άστοχη σε πολλά σημεία, αυτό που θέλει να αναδείξει το παρόν άρθρο είναι η αιώνια μάχη καλού-κακού και το χάος που προκαλείται στον εγκέφαλο ενός παιδιού με το άκουσμα της φράσης «καλό παιδί».
Και αυτό μπορεί κανείς να το καταλάβει εάν ταυτιστεί πλήρως με το παιδί – εάν δηλαδή μπει στη θέση του παιδιού. Ας κάνουμε πρώτα το πείραμα στον εαυτό μας, ας αναρωτηθούμε αν μπορούμε εμείς οι ίδιοι να είμαστε πάντα καλοί και σε όλα!
 
Για παράδειγμα μπορεί κάποιος να είναι πολύ καλός στη δουλειά του, αλλά να δυσκολεύεται στις προσωπικές του σχέσεις (το ίδιο συμβαίνει και σε ένα παιδί, να είναι πολύ καλό στο σχολείο αλλά να δυσκολεύεται στη συναναστροφή με τους συμμαθητές του). Επίσης, μπορεί κάποιος να είναι καλός τώρα σε κάτι που παλιότερα δεν τα κατάφερνε γιατί δεν είχε εξασκηθεί (π.χ τώρα χορεύω καλά, ενώ παλιότερα απεχθανόμουν το χορό). Έτσι προκύπτει το ερώτημα, τι υπερισχύει τελικά;  και δημιουργείται το χάος στο νου ενός παιδιού.
 
Κανείς δεν μπορεί και δε θα πρέπει φυσικά να μπορεί να απαντήσει σε κάτι τόσο γενικό και αδιευκρίνιστο.
 
Αν συνεχίζουμε να κάνουμε ερωτήσεις τόσο γενικές θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να παίρνουμε απαντήσεις τυχαίες… που άλλοτε θα μας ικανοποιούν και άλλοτε θα μας κάνουν να δυσπιστούμε και με αμφισβήτηση να ρωτούμε «Σίγουρα ήσουν τόσο καλό παιδί;» γεμίζοντας έτσι το παιδί επί 10 φορές με σύγχυση και επί 100 φορές με ενοχή.
Εκείνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συγκεκριμενοποιούμε την ερώτησή μας και να θέτουμε συγκεκριμένα κριτήρια σε αυτή, τονίζοντας τη θετική ενίσχυση και την αυτό-αξιολόγηση του παιδιού ακόμη και αν χρειάζεται να κοπιάσουμε λίγο παραπάνω, παραμελώντας τις γρήγορες και «εύκολες» γενικεύσεις.
 
Παρακάτω παρατίθενται κάποιες ιδέες ερωτήσεων από τις οποίες μπορούμε να λάβουμε απάντηση χωρίς διάθεση κριτικής και παρεμβατισμού:
 
·         Σε ποιόν τομέα πιστεύεις ότι είχες πρόοδο τη χρονιά που φεύγει;
·         Ποιά ήταν η αγαπημένη σου δραστηριότητα φέτος;
·         Πόσα βιβλία διάβασες φέτος; πόσα περισσότερα ή λιγότερα από πέρσι;
·         Ποιο ήταν το αγαπημένο σου, τι στόχο βάζεις για τη χρονιά που έρχεται;
·         Τι σε δυσκόλεψε περισσότερο φέτος;
·         Υπάρχει κάτι που μετάνιωσες και δε θα ξαναέκανες;
 
 


 
Τζιάφα Έφη
Νηπιαγωγός 
Ειδική Παιδαγωγός, Med